Το Μυστηριακό Θέατρο

Στα μέσα του 6ου π.Χ αιώνα, σε έναν από τους δήμους της Αττικής, έκανε την εμφάνισή του, πρώτη φορά για όλον τον κόσμο, ένα ποιητικό είδος, που χρειάστηκε πενήντα περίπου χρόνια, για να εξελιχθεί και να φτάσει στην τελική του μορφή. Το είδος αυτό για έναν αιώνα καλλιεργήθηκε αποκλειστικά στην Αττική, συντελώντας μαζί με τη Ρητορική, τη Φιλοσοφία και τις Τέχνες στη μεγάλη πολιτιστική ακμή του 5ου αιώνα, που όπως ξέρουμε δίκαια ονομάστηκε Χρυσός Αιώνας.

Η δραματική ποίηση συνδέεται με τη θρησκευτική λατρεία του θεού Διόνυσου. Όπως διαπιστώνουν οι εθνολόγοι και οι θρησκειολόγοι, όλοι οι λαοί της μεσογειακής λεκάνης λάτρευαν έναν θεό, που συνδεόταν με τον κύκλο των εποχών και την περιπέτεια της βλάστησης. Φαντάζονταν πως ο θεός, άλλοτε σαν νήπιο, που γεννήθηκε με θαυμαστό τρόπο, άλλοτε σαν τρανό παλικάρι, γεμάτο δύναμη και όρεξη για τη ζωή, δρούσε, πέθαινε και ξαναζούσε.

Όσο στέριωνε μέσα στην ποιητική φαντασία των ανθρώπων, απομακρυνόταν από εποχιακό φυσικό συμβολισμό, και σιγά- σιγά έγινε αυτόνομο πρόσωπο του μύθου, με ανεξάρτητο βίο και δικό του οικογενειακό δέντρο. Απόκτησε μια μεγάλη συντροφιά από ακολούθους που τον συνόδευαν στις παράτολμες πορείες του, έναν «θίασο», πολυθόρυβο, χαρούμενο και πολλές φορές σκληρό. Γιατί ο θεός όταν κατέβαινε μέσα στους ανθρώπους, απαιτούσε από αυτούς τη συμμετοχή στο γλέντι του, απαιτούσε να παραδίνονται δίχως όρους στις ξέφρενες τελετές του και τιμωρούσε αυστηρά τους καχύποπτους και τους αμφισβητίες. Έσπρωχνε τον άνθρωπο στη μανία και του ζητούσε να ξεχάσει τον καθημερινό του εαυτό και τον καθωσπρεπισμό του, για να παραδοθεί αδέσμευτος στις βαθιές και μυστικές φωνές του φυσικού εαυτού του. Του ζητούσε να ταυτιστεί με το ρυθμό της ζωής και να κατανοήσει το νόημα και τον παλμό της.

Ο Διόνυσος, συγχωνεύτηκε στα ελληνικά έθιμα και τέλος κυριάρχησε και επιβλήθηκε θριαμβευτικά. Απόκτησε οπαδούς, «Θιασώτες», είχε τις δικές του γιορτές και το δικό του τραγούδι, το Διθύραμβο. Ο Διθύραμβος ήταν χορικό άσμα και οι πιστοί του Διόνυσου το τραγουδούσαν και το χόρευαν ομαδικά με συνοδεία αυλού. Το τραγούδι υμνούσε το Διόνυσο και τις περιπέτειές του και οι χορευτές αναπαρίσταναν με κραυγές και με κινήσεις το περιεχόμενο των ποιημάτων. Έτσι πλάι στα αδόμενα, τα τραγουδιστά, υπήρχαν και τα δρώμενα, οι μιμητικές αναπαραστάσεις.

Στα μέσα του έκτου αιώνα, ο Θέσπης είχε μια εξαιρετική έμπνευση. Φορώντας ένα προσωπείο μπήκε στη μέση του χορού και άρχισε όχι πιανα τραγουδά, αλλά να απαγγέλλει στίχους που είχε ετοιμάσει από πριν. Ίσως να μην ήταν ο ίδιος ο ποιητής που διέκοψε για λίγο το τραγούδι και απευθύνθηκε στο χορό ή σε κάποια ιαχή του χορού και αυθόρμητα αποκρίθηκε. Υποκριτής ήταν αυτός που έδινε τις απαντήσεις. Αυτές οι ερωταποκρίσεις επαναλήφθηκαν έτσι ώστε δημιουργήθηκε μια μεικτή μορφή, ένας διάλογος ανάμεσα σε δυο στοιχεία, το άτομο και την ομάδα. Η νέα μορφή κατέκτησε αμέσως τα πλήθη και διαδόθηκε σ’ όλη την Αττική.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε πως το δράμα ξεκίνησε σαν ένα λαϊκό δρώμενο, που είχε τις ρίζες του στις λαϊκές τελετές και τα πανηγύρια για το θεό Διόνυσο. Στην πορεία του δανείστηκε και ενσωμάτωσε ορισμένα χαρακτηριστικά από άλλες τελετουργίες: θρήνους και τελετές για τους νεκρούς, αγροτικά έθιμα, απόκρυφες θρησκείες, όπως τα Ελευσίνια μυστήρια, αναμνήσεις από ξεχασμένες γιορτές για την ενηλικίωση, τη μύηση στα μυστικά της πολεμικής ή της κυνηγετικής τέχνης, τη μίμηση των ιεροτελεστιών ή της πρακτικής των μάγων, των ιερέων και των μάντεων.

Όλα αυτά, μνήμες και εμπειρίες, συγχωνεύτηκαν, έγιναν αντικείμενο επεξεργασίας και καταστάλαξαν σε μια μορφή, η οποία από τα πρώτα χρόνια του πέμπτου αιώνα δημιούργησε τα τρία είδη της δραματικής ποίησης, την τραγωδία, το σατυρικό δράμα και την κωμωδία. Τα δυο πρώτα κατάγονται απευθείας από το Διθύραμβο και το εύρημα του Θέσπη.

 

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ.

Το θέατρο λοιπόν δεν είναι παρά η εξέλιξη παλιότερων τελετουργικών μορφών. Σε πρωτόγονες κοινωνίες συναντάμε πολύ συχνά τελετές φυλετικής μύησης, που δεν είναι παρά η θεατρική αναπαράσταση καταστάσεων τις οποίες ο μυούμενος έπρεπε να βιώσει. Αρχίζουν αυτές οι τελετές με απλή μίμηση ζώων που ο νεαρός έφηβος πρόκειται να μάθει να κυνηγά ή να αποφεύγει και φτάνουν ως την αναπαράσταση της λειτουργίας της ίδιας της ζωής που πάλλεται ανάμεσα σε δυο πύλες, τη Γέννηση και το Θάνατο. Αργότερα αυτές οι τελετουργίες δίνουν τη θέση τους στην αναπαράσταση Μύθων, όπως στα Ελευσίνια Μυστήρια με το μύθο της Δήμητρας - Περσεφόνης ή στα αιγυπτιακά μυστήρια με το μύθο του Όσιρι - Ίσιδας.

 

Ώστε μια θεατρική παράσταση είναι αληθινή ιεροτελεστία, γιατί δίνει ζωντάνια στα ηθικά σύμβολα και στη γνώση του ανθρώπου : στην πίστη, στην εγκαρτέρηση, στην αυτοπεποίθηση, στη δικαιοσύνη, μα και φανερώνει όλα τα ανθρώπινα ξεστρατίσματα, που ενώ οδηγούν μοιραία στην ανεπανόρθωτη καταστροφή, φέρνουν και στη λυτρωτική εξύψωση όταν αντιδράσουμε αποτελεσματικά και σωθούμε από τις τραγικές συνέπειές του.

 

Η τέχνη και η τελετουργία μοιάζουν ευθύς εξαρχής ως προς το ότι δεν επιδιώκουν να αντιγράψουν ένα γεγονός, αλλά να αναπαράγουν, να επαναδραστηριοποιήσουν ένα συγκινησιακό ερέθισμα.

 

Οι τελετουργικές μιμήσεις θρήνων είναι πηγή απ’ όπου άντλησαν οι ηθοποιοί αυτούσια τη χαρακτηριστική χειρονομία πένθους που απαντά από τα πρώιμα στάδια του αρχαίου ελληνικού θεάτρου και κυρίως απ’όπου πήραν οι δραματουργοί την πρώτη ύλη. Υποτάσσοντας την ύλη αυτή σε αισθητικούς νόμους και ρυθμούς δημιούργησαν ο,τι ονομάζουμε στην τέχνη τραγικό λόγο.

 

Λέγοντας «Τραγικό» από αισθητική άποψη, δεν εννοούμε ούτε τις μεγάλες συμφορές της ζωής, ούτε τα τυχαία περιστατικά που προκαλούν κατάθλιψη και πόνο. Τραγική είναι η ηθική σύγκρουση του ατόμου με το σύνολο ή με το ίδιο του το εγώ. Είναι η αβάσταχτη τύψη, είναι η αγωνία για το αμείλικτο πεπρωμένο. Είναι το μαρτύριο του αθώου που, αδιάλλακτος πάνω στον όποιο γολγοθά του, μένει ο ηττημένος - θριαμβευτής. Είναι η σύγκρουση όχι μονάχα με κάποιον συνάνθρωπο ή θεό αδικητή, αλλά και με τις ανεξιχνίαστες βουλές της μοίρας, που σ’ αυτήν , όπως πίστευαν οι αρχαίοι έλληνες, είναι υποταγμένοι όλοι, θνητοί, ήρωες και θεοί. Αυτά όλα αποτελούν την πρώτη ύλη που τη μετουσιώνει ο καλλιτέχνης σε μορφές τραγικής τέχνης. Μόνον ο καλλιτέχνης προεκτείνει τυχαία περιστατικά της ζωής ως τη σύλληψη του βαθύτερου νοήματος τους και τα κάνει μορφές που η τραγικότητά τους καταθλίβει, αλλά ταυτόχρονα συγκλονίζει αισθητικά, εξυψώνοντας το θεώμενο.

 

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ.

Λειτουργία της τέχνης είναι να τροφοδοτεί και να φροντίζει τη φαντασία και το πνεύμα, διευρύνοντας και αναζωογονώντας με αυτόν τον τρόπο ολόκληρη την ανθρώπινη ζωή. Αυτό απέχει πολύ από την άποψη ότι σκοπός της τέχνης είναι να προσφέρει ευχαρίστηση. Συνήθως η τέχνη προκαλεί ευχαρίστηση μοναδική και έντονη και αυτό που προκαλεί τέτοια ευχαρίστηση το ονομάζουμε Ωραίο. Λειτουργία της τέχνης όμως δεν είναι η παραγωγή και η απόλαυση του Ωραίου.

 

Σκοπός της τραγωδίας είναι να «ψυχαγωγήσει» τους θεατές με την «περιπέτεια» και την «αναγνώριση», το «έλεος» και τον «φόβο».

 

«Ψυχαγωγώ», σημαίνει: οδηγώ τις ψυχές των νεκρών στον Άδη, ανακαλώ τις ψυχές των νεκρών από τον Άδη, προσελκύω τις ψυχές των ζωντανών, τις θέλγω, τις σαγηνεύω, παραπλανώ, παρασύρω, ξελογιάζω. Έτσι ο βαθύτερος σκοπός της τραγωδίας δεν είναι να σύρει εδώ κι εκεί την ψυχή των θεατών, να τη συγκινήσει απλά, αλλά διαμέσου της συγκίνησης να προβληματίσει και να διδάξει, να οδηγήσει την ψυχή στο βάθος της πραγματικότητας, όπου κρύβεται το ουσιαστικό νόημα της ύπαρξης, να δείξει τις διαστάσεις του ανθρώπινου όντος, προβάλλοντας την αυτογνωσία, το «γνώθι σαυτόν».

 

Η αρχαία ελληνική τραγωδία αποτελεί εκδήλωση του πνεύματος της αθηναϊκής πολιτείας του 5ου π.Χ. αιώνα, ένα δείγμα της πολιτιστικής της ακμής. Η παράσταση τραγωδιών, λέγεται «Διδασκαλία». Και αυτό σημαίνει πως η τραγωδία διδάσκει, εποπτικά και με εικόνες, προβληματίζει και παραδειγματίζει. Η διδακτική της πρόθεση βέβαια, δεν διαγράφεται ξεκάθαρα. Ψυχή όμως της τραγωδίας είναι ο μύθος, η υπόθεσή της, που στηρίζεται σε «μυθολόγημα» διαμορφωμένο από τη λαϊκή παράδοση σε μεγάλο διάστημα χρόνου, με φανερά τα ηθοπλαστικά στοιχεία και σύμφωνα με την κοινωνική αντίληψη για δικαιοσύνη και άλλες ηθικές αξίες. Εύκολα ανιχνεύεται ο θεολογικός χαρακτήρας πολλών μυθολογημάτων.

 

 

Βασικό θέμα της τραγωδίας είναι ο άνθρωπος με τις περιορισμένες δυνατότητες του στη σύγκρουσή του με τη Μοίρα και το Δαίμονα. Πρόκειται για το θέμα της σωστής προσαρμογής μέσα στο φυσικό και κοινωνικό χώρο και τις δυνατότητες του θνητού να είναι κάθε φορά κάτοχος της αλήθειας σαν προϋπόθεσης για καλή συμπεριφορά. Το δίδαγμα που βγαίνει από την τραγωδία είναι πως ο άνθρωπος αδυνατεί να κάνει πάντα καλή χρήση των σωματικών και πνευματικών του δυνάμεων και γίνεται θύμα των πράξεών του.

 

 

Ο G. A. Livraga αναφέρει: «Η τραγωδία είναι το θεατρικό είδος όπου η μοίρα και οι Θεοί κυριαρχούν και κατευθύνουν τις δράσεις των ανθρώπων. Αυτοί πάλι, είναι υποταγμένοι σ’ έναν νόμο - Δίκη - (που οι Ινδοί ονομάζουν Κάρμα) κάτω από τον οποίον κάθε δράση προκαλεί ισοδύναμες αντιδράσεις, σύμφωνα με μια αναπόφευκτη ηθική μηχανική. Οι δράσεις των ανθρώπων διοχετεύονται στους δρόμους που η φύση έχει προορίσει γι’ αυτούς και η ανεξέλεγκτη χρήση της ελευθερίας, οδηγεί στην αμαρτία της υπερβολής, την «ύβρη» προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Τόσο στην αρχαιότητα, όσο και σήμερα, οι δεσμοί του αίματος είναι πολύ στενοί και περιορίζονται και καταλήγουν να είναι θύματα των δικών τους ανθρώπινων καταστάσεων, των σχετικών με την οικογένεια ή με την ομάδα στην οποία ανήκουν» ( Μυστηριακό Θέατρο, σελ. 8)

 

 

Η τραγωδία δεν αποβλέπει στο να σαγηνεύσει τις ψυχές των θεατών, να τους συγκινήσει και να τους παρασύρει τυφλά. Κατά τις αντιλήψεις της σύγχρονης Παιδαγωγικής μια επιτυχημένη διδασκαλία προϋποθέτει συνθήκες συγκινησιακού χαρακτήρα. Ο άνθρωπος διδάσκεται από ιστορικά γεγονότα και καθημερινά περιστατικά. Πολύ περισσότερο όμως μπορεί να διδαχθεί από το υλικό αυτό όταν πάρει τη μορφή «μύθου».

 

 

ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΦΟΒΟΣ.

 

Ένα τραγικό γεγονός προκαλεί το «έλεος» των θεατών, γιατί αποκαλύπτει την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης στη σύγκρουσή της με τη μοίρα, αλλά συνάμα προκαλεί και το φόβο, γιατί ο τραγικός ήρωας είναι και αυτός θνητός και ο θεατής φοβάται για τον εαυτό του σαν όμοιος στην ανθρώπινη φύση με αυτόν. Έλεος χωρίς φόβο δεν μπορεί να νοηθεί, δεν έχει καμία διδακτική δύναμη. Ο θεατής, που επιθυμεί έλεος για κάποιο τραγικό πρόσωπο, πιασμένο στο δόκανο του πεπρωμένου, επιθυμεί έλεος για την ανθρώπινη φύση, άρα για τον ίδιο τον εαυτό του, για τον οποίο και φοβάται, αφού δεν αποκλείεται κι αυτός κάποτε να βρεθεί σε παρόμοια θέση. Έτσι ο φόβος αφορά τον «όμοιο». Είναι ταραχή της ψυχής για κάποιον άλλον ή για τον εαυτό μας. Κι όταν φοβόμαστε για τον άλλον, αυτό σημαίνει πως κάπως σχετιζόμαστε μαζί του, άρα αυτός ο φόβος είναι και για τον εαυτό μας.

 

 

Εκτός από τα «οικτρά»» γεγονότα που μας προκαλούν το «έλεος» και μαζί τον φόβο, στην τραγωδία συμβαίνουν και γεγονότα «φοβερά», όπως όταν η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της για να εκδικηθεί τον άντρα της. Στα γεγονότα αυτά δεν υπάρχει περίπτωση ελέους για το δράστη. Κι ο φόβος του θεατή προέρχεται από τις φοβερές πράξεις, που αποκαλύπτουν το βάθος της ανθρώπινης θηριωδίας σε μια περιοχή, που διεκδικεί για τον εαυτό της τίτλους κοινωνικής και πολιτιστικής υπεροχής. Ορισμένες συνθήκες του βίου σπρώχνουν τον κοινωνικό άνθρωπο να καταφύγει στο άγριο θηρίο, που κοιμάται μέσα του, και να κάμει πράξεις, που προκαλούν το φόβο στους άλλους. Είναι ο φόβος που προέρχεται από τη συνειδητοποίηση της σαθρότητας που υπομονεύει την κοινωνική συμβίωση. Φόβος του ανθρώπου πως μπορεί να πάθει το ίδιο ή, το χειρότερο, να χάσει τον έλεγχο του εαυτού του και να κάμει το ίδιο.

 

 

Η διδακτική δύναμη της τραγωδίας, βρίσκεται στην αποκάλυψη της ανθρώπινης φύσης με την παρουσίαση πράξεων οικτρών και φοβερών, «δι’ ελέους και φόβου».

 

 

Ο Αριστοτέλης παρατήρησε πως το «έλεος» αφορά τον «ανάξιο», τον τραγικό ήρωα, που αναξιοπαθεί, που πάσχει άδικα. «Αναξιοπαθεί» κάποιο τραγικό πρόσωπο, σημαίνει πως παθαίνει κάτι, που δεν έπρεπε να πάθει, που η κοινή γνώμη το αποδοκιμάζει σαν άδικο και ηθικά απαράδεκτο. Πώς όμως δικαιολογείται αυτό το «δεν έπρεπε να πάθει»; Με ποια κριτήρια χαρακτηρίζεται ο τραγικός ήρωας σαν «αναξιοπαθών»; Είναι τα κριτήρια υποκειμενικά κατά την κρίση και τις συναισθηματικές διαθέσεις των θεατών ή στηρίζονται σε αντικειμενικές προϋποθέσεις; Σε ορισμένες τραγωδίες ο ίδιος ο ήρωας σε μια στιγμή της περιπέτειάς του ισχυρίζεται πως «αναξιοπαθεί». Είναι αυτό αρκετό για να πείσει τους θεατές και να προκαλέσει το «έλεος» τους; Σε κάθε περίπτωση αναξιοπάθειας λειτουργεί μια φυσική και λογική νομοτέλεια, που τείνει να την αναιρέσει, οπότε η «αναξιοπάθεια» υφίσταται μόνο χάρη στη συναισθηματική φόρτιση των θεατών, μια εξωλογική, υποκειμενική θεώρηση των πραγμάτων.

 

 

Το τέλος που έρχεται σε αντίθεση με τις αρετές του ήρωα, αποκαλύπτει την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης στα πλαίσια της σύγκρουσης της κοινωνικής με τη φυσική ύπαρξη που πικραίνει τον άνθρωπο. Το έλεος και ο φόβος δεν αφορούν τόσο το συγκεκριμένο άτομο, όσο την ανθρώπινη φύση γενικά. Ένα πρόσωπο με ατομική ανδρεία και ένδοξη οικογενειακή παράδοση, Αίαντας, με πολλές αρετές, Φιλοποίμην και Νικίας, με τις πιο καλές προθέσεις να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του, Αντιγόνη και Δηιάνειρα, δεν γίνεται εύκολα αποδεκτό από την κοινή γνώμη να έχει τέλος αταίριαστο, «παρ’ αξίαν». Η επιβολή της κοινωνικής και πολιτικής αρετής των τραγικών προσώπων στην αντίληψη του κοινωνικού συνόλου για δικαιοσύνη είναι τόσο ισχυρή, ώστε οι θεατές δεν θα έστεργαν να παραγνωρίζεται ο παράγοντας αυτός και θα ήθελαν να ισχύει έστω και σε βάρος οποιασδήποτε αντικειμενικής συνθήκης και σκοπιμότητας. Φυσικά πρόκειται για αντιμετώπιση των πραγμάτων σε μεγάλο βαθμό συναισθηματική, δεν παρουσιάζεται όμως χωρίς κάποιες δικαιολογίες.

 

 

Σ’ αυτό το σημείο βρίσκεται κι η διδακτική προσφορά της τραγωδίας: ο άνθρωπος, όποιος κι αν είναι, δεν πρέπει να ξεπερνάει τα όρια της φυσικής ή κοινωνικής ύπαρξης και να φτάνει στην ύβρη. Η φύση που αντιπροσωπεύουν οι θεοί, που εκπροσωπούν οι «άρχοντες», δεν ανέχονται αυτή την υπέρβαση. Κάθε σχετική απόπειρα φέρει μέσα της σαν αυτόματη αντίδραση την τιμωρία. Έτσι ο θνητός για τον συνάνθρωπό του, που θα βρεθεί σε παρόμοια περίσταση, αναγνωρίζοντας στο βάθος την ισχύ του νόμου, δεν διαθέτει παρά το «έλεος».

 

 


Newsletter

Σεμινάρια - Ομιλίες

“Philosophy Battle All Star Game” 

Έναρξη Σεμιναρίου Φιλοσοφίας

Τρίτη 31 Οκτωβρίου

 8.00μμ - 9.00μμ

Παύλου Μελά 18 με Τσιμισκή

1ος όροφος

Τηλ. 2310 285020

Περισσότερα

Αρχές & Στόχοι

1 - Συναδελφοσύνη

Η προώθηση ενός Ιδεώδους παγκόσμιας συναδελφοσύνης, που βασίζεται στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, πέρα από διαφορές φυλετικές, μορφωτικές, θρησκευτικές, κοινωνικές ή φύλου.

2 - Γνώση

Η αγάπη για τη σοφία, η οποία, μέσα από τη συγκριτική μελέτη των φιλοσοφιών, θρησκειών, επιστημών και τεχνών, προωθεί τη γνώση για το σύμπαν, τη φύση και τον άνθρωπο.

3 - Ανάπτυξη

Η ανάπτυξη των καλύτερων στοιχείων του ανθρώπου, προωθώντας τη βελτίωση του ατόμου και την ένταξή του στη φύση και την κοινωνία, όχι ως απλό παρατηρητή, αλλά ως ενεργό συμμετέχοντα σε έναν κόσμο που χρειάζεται βελτίωση.

Free Press

Βιόρυθμοι

Υπολογίστε τώρα τους βιόρυθμούς σας και
ρυθμίστε ανάλογα την ημέρα σας!